Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ! - 3η Κυριακή του Ιουνίου


Πραγματικά πλούσιος είναι ο άντρας
 που έχει παιδιά που τρέχουν
να χωθούν στην αγκαλιά του,
ακόμα κι όταν τα χέρια του είναι άδεια


Στὴ μνήμη τοῦ πατέρα μου



              
Ὅταν κοιτὰζω τὰ παιδάκια κάθε μὲρα
στοὺς δρόμους, τὸ πρωί, μὲ τοῦ σχολείου τὴν τσάντα
φτωχοντυμὲνη μιὰ μικροῦλα βλέπω πάντα,
μὲ τὴν παλιά της σάκκα, δίπλα στὸν πατέρα.

Ἀπ’ τὸ χεράκι μὲ στοργή τηνε κρατάει –
τὸσο κ’ οἱ δυό εἰναι εὐτυχισμένοι, καθὼς πᾶνε…
Μὲ πόση ἀθώα σοβαρότητα μιλᾶνε!
Τὸ κοριτσάκι ὁλοένα τὸν ρωτὰει,

καὶ κεῖνος, σοβαρά, τῆς λέει, τῆς διηγᾶται…
(Πόσο σοφός εἴν’ ὁ πατέρας! Πόσα ξέρει!
Πόσην ἀσφάλεια νιώθει στὸ μεγάλο χέρι!
Τίποτε, ἄν τὸ κρατῇ, στὸν κόσμο δέ φοβᾶται!..)

Ξάφνου, τοῦ λέει ἐκεῖνο: « – Σάν θὰ μεγαλώσω…»
« – Τὸτε ἐγὼ πιά ἕνας φτωχός γερᾶκος θἄμαι…
Δέ θὰ μπορῶ στὰ χέρια μου νὰ σὲ σηκώσω,
καὶ θὰ μοῦ λές: ἀκούμπα πάνω μου νὰ πᾶμε…

Σὰν θἄρχωνται γιὰ νὰ σὲ παίρνουν ἔξω οἱ ξένοι,
μόνος στὴ σκοτεινὴ γωνίτσα μου θὰ μὲνω…»
« – Ἐγώ στὴν ἅμαξά μου πάντα θὰ σὲ παίρνω!»
λέει, ἕτοιμη ἡ μικρὴ νὰ κλάψη, κ’ ἐπιμὲνει…

Νιώθει μιὰ τέτοια ἀνυπομονησία, σκάει,
θέλει μεγάλη, τώρα, γρήγορα νὰ γίνῃ,
ἄν εἰναι δυνατόν τὴν ὥρα ἀμέσως κείνη,
γιὰ νὰ τοῦ δείξη πόσο θὰ τὸν ἀγαπάῃ!..

Κι ὅπως θερμά τὸν σφίγγῃ τὸ λιγνό χεράκι
ὁ κουρασμὲνος νιώθει τόση ἐμπιστοσύνη!..
(Ἔγινε ἐκεῖνος τώρα τὸ μικρό παιδάκι,
 και ὁ προστατευτικός πατέρας εἶναι ἐκείνη…)
 

Πατέρας και γιος:




Αν δεν ξεκινάει το βίντεο, δοκιμάστε να ανανεώσετε τη σελίδα (F5)
Το βίντεο είναι αναρτημένο εδώ: 
http://www.youtube.com/watch?v=mNK6h1dfy2o 

Τι είναι αυτό
(Μια συγκινητική ιστορία του Νίκου Πιλάβιου με θέμα τα γηρατειά και τη συμπεριφορά των νέων)

Ένας πατέρας, γύρω στα ογδόντα, καθόταν στη βεράντα τού εξοχικού του σπιτιού μαζί με τον  σαρανταπεντάρη γιο του, που είχε έρθει για να τον δει και διάβαζε εφημερίδα. Ξαφνικά, στην άλλη  άκρη της βεράντας ήρθε και κούρνιασε ένα σπουργίτι.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο πατέρας το γιο.
«Ένα σπουργίτι», απάντησε ο γιος.

Μετά από λίγα λεπτά, ξαναρωτάει ο πατέρας το γιο του για δεύτερη φορά: 
«Τι είναι  αυτό»;
Κι ο γιος του τού απαντάει:
«Μόλις σου το είπα πατέρα, ένα σπουργίτι».

Ύστερα από λίγο, ο γέρο-πατέρας ξαναρωτάει το γιο του για τρίτη φορά: 
«Τι είναι αυτό»;
Αυτή τη φορά υπήρχε ένας εκνευρισμός στη φωνή του γιου καθώς απάντησε στον πατέρα του περιφρονητικά: 
«Ένα σπουργίτι πατέρα, ένα σπουργίτι, ένα σπου-ργί-τι».

Και λίγο μετά, ο πατέρας ξαναρωτάει το γιο του για τέταρτη φορά: 
«Τι είναι αυτό»;
Αυτή τη φορά ο γιος έβαλε τις φωνές στον πατέρα του: 
«Γιατί με ρωτάς και με ξαναρωτάς το ίδιο πράγμα, αφού σου έχω ήδη απαντήσει τόσες φορές; ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ. Δεν μπορείς να το καταλάβεις»;

Λίγο αργότερα, ο πατέρας πήγε στο δωμάτιό του και γύρισε κρατώντας ένα παλιό τετράδιο με ένα  ξεφτισμένο χοντρό εξώφυλλο. Ήταν ένα ημερολόγιο που είχε αρχίσει να κρατάει τη μέρα που  γεννήθηκε ο γιος του. Το άνοιξε σε μια σελίδα και ζήτησε από το γιο του να τη διαβάσει δυνατά.  Εκείνος, δυσφορώντας, άρχισε να διαβάζει εκείνη τη σελίδα από το ημερολόγιο του πατέρα του...
(η συνέχεια επί της οθόνης)




Ένας πατέρας για το κοριτσάκι του...


Κοριτσάκι μου

Κοριτσάκι μου,
μὲς στὸ βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.

Δὲν πειράζει.

Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.

Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.



Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν τὸν ὕπνο σου.

Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα περιβολάκι
ζωγραφισμένο μὲ λουλουδόσκονη
πάνω στὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας
νὰ σεργιανάει τὸ γαλανὸ ὄνειρό σου.

Θέλω νὰ σοῦ φέρω
ἕνα σταυρουλάκι αὐγινὸ φῶς
δυὸ ἀχτίνες σταυρωτὲς ἀπὸ τοὺς στίχους μου
νὰ σοῦ ξορκίζουν τὸ κακὸ
νὰ σοῦ φωτᾶνε μὴ σκοντάψεις.
Πρωϊνὸ ἄστρο

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.


Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.


Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.


Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω...


Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.
Νάτη ἡ νύχτα ποὺ σιμώνει...

Νάτη ἡ νύχτα ποὺ σιμώνει
χρυσοπράσινο παγώνι
γαλανόχρυσο παγώνι,
σέρνει τὴ μεγάλη οὐρά της
πάνου στὰ καμπαναριά,
τὰ πουλιὰ καὶ τὰ παιδιὰ
τὰ σταυρώνει, τὰ χρυσώνει.

Νάνι-νάνι, κοριτσάκι,
νάνι, κι ὁ πατέρας σου,
κράχτης τοῦ καλοῦ καιροῦ
σμαραγδένιο βατραχάκι
στὴ δεξιὰ γωνιὰ τοῦ φεγγαριοῦ,
στὴ φωνή του τ᾿ ἄστρα βάνει - νάνι, νάνι
.